Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Μαρία Αντουανέτα

της Φανής Σακελλαρίου (Γ3)
 
Η Μαρία Αντουανέτα γεννήθηκε στις  2 Νοεμβρίου του 1755. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, μεγάλωσε μέσα στη χλιδή και στην πορεία μετατράπηκε σε μία άπληστη γυναίκα.
Το 1770 παντρεύτηκε τον Λουδοβίκο ΙΣΤ’ και το 1774 το ζευγάρι ανέβηκε επίσημα στην εξουσία και η Μ. Αντουανέτα στέφθηκε βασίλισσα της Γαλλίας. Ο σύζυγός της δεν είχε πολιτικές ικανότητες και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αφελής. Αυτή είναι ακριβώς η αιτία που κατέληξε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη γυναίκα του.
 
Η βασίλισσα της Γαλλίας ήταν ιδιαιτέρως μισητή από το γαλλικό λαό, αφού ακόμα και κατά τη διάκρεια τρομερής κρίσης της χώρας ξόδευε έως και 15.000 λίβες για την εμφάνισή της! Την ίδια στιγμή η Τρίτη τάξη επαναστατούσε και, κυριολεκτικά, πέθαινε της πείνας!Στην ιστορία έχει μείνει το περιστατικό, όταν έκανε σε κάποιον αυτή την ερώτηση:
«Γιατί φωνάζει ο λαός;».
Κάποιος της απάντησε:
«Επειδή πεινάει. Δεν έχει ψωμί, να φάει».
Και η Μαρία Αντουανέτα απόρησε:
«Τότε, γιατί δεν τρώει παντεσπάνι;».
 
Από εδώ καταλαβαίνουμε την αναισθησία που κυριαρχούσε μέσα στην ψυχή αυτής της γυναίκας. Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε οτι εκείνη ήταν μία από τις σημαντικότερες αφορμές της Γαλλικής Επανάστασης.
 
Στις 16 Οκτωμβρίου καταδικάστηκε σε θάνατο, όπως και όλ
η η βασιλική οικογένεια. Αυτή η πράξη ήταν σύμβολο του οριστικού θανάτου της βασιλείας στη Γαλλία. «Είμαι ήρεμη», έγραψε σε επιστολή της το βράδυ πριν από την εκτέλεσή της, «όπως οι άνθρωποι που έχουν καθαρή τη συνείδησή τους». Πολλοί ως και σήμερα πιστεύουν οτι αν δεν υπήρχε βασίλισσα δεν θα γινόταν και επάνασταση και, κατά συνέπεια, ούτε και ο θάνατος της βασιλείας στην Ευρώπη.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Η Ιστορία της Μουσικής

των Κωνσταντίνας Καραΐνδρου (Γ1) & Ευαγγελίας Κοντοπούλου (Γ1)

Μαρτίνος Λούθηρος

του Κωνσταντίνου Τσιούνη (Γ3)
 
Ο Μαρτίνος Λούθηρος ήταν Γερμανός μοναχός, ιερέας, καθηγητής θεολογίας και ιδρυτής της Προτεσταντικής Εκκλησίας. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ερφούρτης και ύστερα από επιθυμία του πατέρα του σπούδασε νομικά το 1505. Όμως απαρνήθηκε τον κόσμο και έγινε μοναχός στο Μοναστήρι των Αυγουστίνων Ερημιτών της Ερφούρτης. Το 1507 χειροτονήθηκε ιερέας, και κατόπιν θεολογικών μαθημάτων που παρακολούθησε εκλέχτηκε Διδάκτωρ της Θεολογίας.

Όταν επισκέφθηκε την Ρώμη αναθεώρησε τις απόψεις του σχετικά με την Παπική εκκλησιά και ειδικότερα με τον θεσμό των συγχωροχαρτιών και της ειδικής για ιερωμένους «πορνείας». Ο Λούθηρος διατύπωσε τις 95 Θέσεις για να εκφράσει τις αντιθέσεις που είχε εναντία στον παπισμό. Το έργο του μεταφράστηκε στα Γερμανικά και στη συνέχεια κλήθηκε να απολογηθεί ενώπιον του επιτετραμμένου του Πάπα. Όμως φυγαδεύτηκε τη νύχτα από τους φίλους του.

Το 1520 ο Πάπας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Λέων Ι΄ εκδίδει τη «βούλα» η οποία καταδικάζει αρκετές από τις Θέσεις του Λούθηρου. Όμως ο Λούθηρος, μόλις μαθαίνει ότι κάηκαν τα βιβλία του μετά από διαταγή του Πάπα καίει και αυτός την παπική Βούλα. Ένα χρόνο αργότερα ο Λέων Ι΄ εκδίδει δεύτερη Βούλα με την οποία τον αφορίζει. Η διδασκαλία του αρχίζει να διαδίδεται από ιεροκήρυκες και πολλοί μοναχοί, φοιτητές και πανεπιστημιακοί τάσσονται υπέρ της Μεταρρύθμισης.

Τον Ιούνιο του 1524 ξεσπάει ο Πόλεμος των Χωρικών ο οποίος είχε σκοπό την μείωση των φόρων και την αποτίναξη της άρχουσας τάξης. Ο Μαρτίνος γράφει την «Προτροπή προς Ειρήνευση» για να αποφευχθούν οι βιαιοπραγίες από τους χωρικούς. Όμως τον αγνοούν και έτσι αναγκάζεται να γράψει ένα φυλλάδιο με το οποίο ζητούσε από τους ευγενείς να πατάξουν το κίνημα των χωρικών.

Το 1530 ενώπιον του Κάρολου Ε΄ συγκαλείται η «Δίαιτα της Αυγούστας» ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα της Λουθηρανικής Εκκλησίας. Ο Λούθηρος πεθαίνει το 1546 και εννέα χρονιά αργότερα δίνεται η ελευθερία για την άσκηση της Αναμορφωμένης Πίστης.

 

Κοσμάς ο Αιτωλός

του Τάσου Ρούσση (Γ3)
Πηγή εικ.: http://anavaseis.blogspot.gr
Γεννήθηκε στην Αιτωλία και, όπως αναφέρει ο ίδιος αόριστα: "Η πατρίδα μου είναι το Απόκουρον". Μεγάλωσε στο χωριό Μέγα Δένδρο Απόκουρου, κοντά στο Θέρμο. Πιθανός χρόνος γεννήσεως είναι το 1714.
Μαθήτευσε στα διδασκαλεία της Παρνασσίδας και της Ναυπακτίας κοντά σε ονομαστούς ιεροδιδασκάλους. Το 1749 πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, όπου έκανε σπουδές ανωτέρου επιπέδου στη Θεολογία και τη φιλοσοφία. Υπήρξε μοναχός για δύο χρόνια στη μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Το 1759 εγκατέλειψε το μοναστήρι και ξεκίνησε τις περιοδείες του στη Δυτική και Βόρεια Ελλάδα, για να αντιμετωπίσει τον εξισλαμισμό των Χριστιανών Ορθοδόξων. Παρακινούσε με θέρμη τους Χριστιανούς να φτιάχνουν σχολεία, όπου θα δίδασκαν μόνο την Ορθοδοξία. Ίδρυσε συνολικά 250 σχολεία.
Κατά τα Ορλωφικά θεωρήθηκε από τους Τούρκους πράκτορας των Ρώσων, συνελήφθη και εκτελέστηκε στις 24 Αυγούστου 1779 στο χωριό Κολικόντασι, στη σημερινή Αλβανία. Δεν υπήρξε καμία επίσημη κατηγορία και δε δικάστηκε πριν την εκτέλεσή του.
Πηγή: wikipedia

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνα, 1896


  της Μαρίας Μανέτα  (Γ2)

Πηγή εικ.: http://agiotokos-kappadokia.gr/
  Κατάμεστο το παναθηναϊκό στάδιο για τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες που έγιναν το 1896 στην Αθήνα. Για την πραγματοποίηση αυτών των αγώνων συνέβαλαν πολλά και σημαντικά πρόσωπα. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη διέθεσε 400.000 δρχ. , ο Γεώργιος Αβέρωφ έχτισε το παναθηναϊκό στάδιο, ενώ μονές του Άγιου όρους και άλλα μοναστήρια έδωσαν αρκετά χρήματα. Επίσης μεγάλα ποσά μαζεύτηκαν από τα εισιτήρια, καθώς κόπηκαν συνολικά 311.540 εισιτήρια. Η επιτροπή είχε προϋπολογισμό 10.000 δρχ. και ξόδεψε 5.601 δρχ.
  Συμμετείχαν 241 αθλητές από 14 χώρες, Αυστραλία, Αυστρία, Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ουγγαρία, Σουηδία, Χιλή, Ελβετία, Δανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία.
  Η Ελλάδα κέρδισε τα περισσότερα μετάλλια,  46 στον αριθμό. Μεταξύ όλων αυτών των μεταλλίων ήταν και το χρυσό του Σπύρου Λούη, ο οποίος τερμάτισε πρώτος στον Μαραθώνιο σε χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δεύτερα. Με την είσοδό του στο στάδιο, ο κόσμος με ενθουσιασμό έσπασε τις μονάδες ασφαλείας και ξεχύθηκε πανηγυρίζοντας στο στίβο. Εντύπωση, ωστόσο έκανε και η νίκη του Αμερικανού Τζέιμς Κόνολι, νικητή στο άλμα τριπλούν όπου μετά τη νίκη του τηλεγράφησε στους γονείς του: "Οι Έλληνες νίκησαν την Ευρώπη. Εγώ νίκησα όλον τον κόσμο. " Παγκόσμια ρεκόρ δεν έγιναν στο στίβο αφού υπήρχε ελάχιστη συμμετοχή κορυφαίων αθλητών.
  Οι αγώνες διήρκησαν 10 ημέρες. Διεξήχθησαν 9 αθλήματα (Στίβος, Πάλη, Ξιφασκία, Άρση βαρών, Κολύμβηση, Γυμναστική, Αντισφαίριση, Ποδηλασία, Σκοποβολή) .
                                                                                 
Βιβλιογραφία (Wikipedia)

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013


 ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ
των Ιωάννας Μπεναρδή & Αννέτας Παντέλα (Γ3)

 

            Η Μαντώ Μαυρογένους  γεννήθηκε στη Τεργέστη το 1796 ή 1797 και πέθανε στη  Πάρο, τον Ιούλιο του 1840. Η ίδια ήταν αγωνίστρια και ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Καταγόταν από Ελληνική οικογένεια της Ρουμανίας, η οποία έφυγε κρυφά για την Ιταλία. Μετέπειτα εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη και εκεί ο πατέρας της Nικόλαος Μαυρογένης ασχολήθηκε με το εμπόριο. Διαπνεόμενη από τα ιδανικά της ελευθερίας, αλλά και με την έναρξη της Επανάστασης πήγε στην Μύκονο πατρίδα της μητέρας της και ξεσήκωσε τους κατοίκους εναντίον των Τούρκων. Με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες, κατάρτισε και εξόπλισε σώμα από συμπατριώτες της για την εκστρατεία στην Καρυστία, στην οποία και η ίδια έλαβε μέρος, και αργότερα πολέμησε στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά μαζί με το Γρηγόριο Σάλα.

            Κάτοχος της γαλλικής γλώσσας, συνέταξε συγκινητική έκκληση προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους στους κατεστρεμμένους από το μακρό πόλεμο  πληθυσμούς  της Ελλάδας. Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία που κληρονόμησε από τον πλούσιο πατέρα της που ήταν άλλοτε σπαθάρης στη Μολδαβία ή είτε μεγαλοέμπορος στη Τεργέστη. Για τη πολεμική της  δραστηριότητα, αλλά και τις θυσίες που προσέφερε στον ελληνικό λαό συνολικά, ο Ιωάννης Καποδίστριας της απένειμε -τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου και της παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί πώς, εκτός από τη Γαλλική, μιλούσε άπταιστα την Ιταλική αλλά και την Τουρκική γλώσσα.

            Μετά όμως από την Επανάσταση, απογοητευμένη από την άτυχη ερωτική περιπέτειά της με το Δημήτριο Υψηλάντη και καταδιωκόμενη από τον Ιωάννη Κωλέττη, ξαναγύρισε στη Μύκονο και έπειτα από λίγα χρόνια πέθανε στην Πάρο πολύ φτωχή και λησμονημένη.

 
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα
των Αννέτας Παντέλα και Ιωάννας Μπεναρδή (Γ3)

 

Γεννήθηκε  στην Κωνσταντινούπολη το 1776. H καταγωγή της ήταν από την Ύδρα. Ο πατέρας της, ο ξακουστός πλοίαρχος Σταυριανός Πινότσης, πέθανε στα δεσμευτήρια της Πύλης, όπου ήταν κρατούμενος για τις ενέργειές του στα Ορλοφικά. Η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε τον Σπετσιώτη πρόκριτο Δημήτριο Λαζάρου-Ορλόφ.  Από τα παιδικά της χρόνια, εγκαταστάθηκε στις Σπέτσες μαζί με την μητέρα της.
  Παντρεύτηκε τον πλοίαρχο Δημήτρη Γιαννούζα,(σε ηλικία 17 ετών)   που απέκτησαν μαζί τρία παιδιά. Λίγο αργότερα έμεινε χήρα, ο άντρας της σκοτώθηκε σε μάχη  με Αλγερινούς πειρατές. Έπειτα, παντρεύτηκε τον πλούσιο Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Δημήτριο Μπουμπούλη,(σε ηλικία 30 ετών) και απέκτησε μαζί του τέσσερα  παιδιά. Σκοτώθηκε και αυτός επίσης, σε μάχη με πειρατές. Σε ηλικία 40 ετών, έμεινε για δεύτερη φορά χήρα με την ευθύνη να φροντίζει εφτά παιδιά και με μια τεράστια περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει από τον δεύτερο σύζυγο της. Σε αυτό το σημείο αξίζει να προσθέσουμε, τη γενναία και τολμηρή πορεία που ακολούθησε, για να μπορέσει να κρατήσει, να διαχειριστεί με ευστροφία και να αυξήσει την μεγάλη της περιουσία της. Συχνά γευόταν τη ζήλεια των συμπατριωτών της και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Υψηλή Πύλη ήθελε να της κατασχέσει την περιουσία της επειδή, ο δεύτερος άντρας της είχε βοηθήσει το ρωσικό στόλο, στον πόλεμο με τους Τούρκους. Τότε, η Μπουμπουλίνα πήγε μόνη της στην Κωνσταντινούπολη με το πλοίο της «Κανάκης», όπου ζήτησε την προστασία του Ρώσου φιλέλληνα, πρεσβευτή Στρογκάνοφ, επικαλούμενη τις υπηρεσίες του συζύγου της στο Ρωσικό στόλο. Τα πλοία της είχαν Ρωσική σημαία σύμφωνα με την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Ο Στρογκάνοφ για να τη σώσει από την σύλληψη των Τούρκων, την έστειλε στην Κριμαία της Νότιας Ρωσίας. Πριν φύγει για τη Ρωσία, η Μπουμπουλίνα συνάντησε τη μητέρα του Σουλτάνου, την Βαλιντέ Σουλτάνα. Η Βαλιντέ Σουλτάνα την συμπάθησε και θέλοντας να την βοηθήσει, έπεισε το γιο της να υπογράψει ένα ειδικό έγγραφο, με το οποίο κανείς δεν θα είχε το δικαίωμα να στερήσει την περιουσία και την ελευθερία της Μπουμπουλίνας.
 Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819, στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Παρά την αρχή που ίσχυε για τον αποκλεισμό των γυναικών από την μύηση, η Μπουμπουλίνα χάρη στις ικανότητές της κατάφερε να επιβληθεί ανάμεσα στους άντρες της εποχής, να συμμετάσχει σε πολλά συμβούλια και να έχει ισότιμη γνώμη. Συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση και παράλληλα διέθεσε αφειδώλευτα χρήματα, πολεμοφόδια και πλοία. Κατάφερε να αυξήσει τα πλοία της και κατασκεύασε το μεγαλύτερο, ελληνικό, πολεμικό πλοίο της Ελληνικής Επανάστασης. Το πλοίο αυτό, είχε 18 κανόνια, μήκος 48 πήχες και το όνομά του ήταν «Αγαμέμνονας». Τα όνομα αυτό, επέλεξε να του το δώσει από την μυθολογία, γιατί ο ξακουστός Αγαμέμνονας ήταν αυτός που οδήγησε τους Έλληνες στον πόλεμο με τους Τρώες και νίκησαν.
Όταν οι Τούρκοι έμαθαν για την κατασκευή της ναυαρχίδας, το κατήγγειλαν στην Υψηλή Πύλη, αλλά η Μπουμπουλίνα δωροδόκησε τον Τούρκο επιθεωρητή και έτσι ολοκληρώθηκε η κατασκευή της.
Όταν κηρύχτηκε η επανάσταση στις Σπέτσες, η Μπουμπουλίνα έσπευσε να βοηθήσει στον αποκλεισμό του Ναυπλίου με το πλοίο της «Αγαμέμνονα», με κυβερνήτη του τον γιο της Γιαννάκη Γιαννούζα. Συγκρότησε το δικό της στρατό και συμμετείχε στην πολιορκία, αλλά η πολιορκία αυτή οδήγησε σε μεγάλη αποτυχία. Στη δεύτερη πολιορκία, σκοτώθηκε ο γιος της Γιαννάκης (από τον πρώτο της γάμο) σε συμπλοκή με τα στρατεύματα του Κεχαγιά-Μπέη, έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα συνέβαλε σημαντικά στον ανεφοδιασμό του Άργους, στον αποκλεισμό της Μονεμβασιάς και στην πολιορκία της Τρίπολης. Με αυτό τον τρόπο, τα δυο πρώτα χρόνια ξόδεψε όλη της την περιουσία.
 Επίσης, η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος και στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μετά την απελευθέρωσή του, εγκαταστάθηκε εκεί, σε οίκημα που της παραχώρησε η Κυβέρνηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη, στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Το 1824 ο Πάνος Κολοκοτρώνης δολοφονείται και ο Κολοκοτρώνης φυλακίζεται μαζί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς, στο μοναστήρι της Ύδρας ‘Προφήτη Ηλία’. Η Μπουμπουλίνα αντέδρασε και ζήτησε να αποφυλακιστούν. Τότε η κυβέρνηση την έκρινε επικίνδυνη και την συνέλαβε δυο φορές. Τελικά, η Μπουμπουλίνα εξορίστηκε στις Σπέτσες χάνοντας τη γη που της είχε παραχωρήσει το κράτος στο Ναύπλιο. Ξαναγύρισε στις Σπέτσες πικραμένη, δυσαρεστημένη, λυπημένη και έχοντας ξοδέψει όλη τη περιουσία της για τον αγώνα.
 Η Σπετσιώτισσα κυρά ξέφυγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής. Με την πληθωρική και εντυπωσιακή της εμφάνιση είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στο εξωτερικό εκείνη την εποχή. Στο εξωτερικό όλοι διηγούνταν τη ζωή της ενώ, η ενδυμασία της είχε γίνει μόδα. Φορούσε μακριές φούστες και από πάνω το περίφημο μπολερό της σφιχτοδεμένο στη μέση όπου είχε περασμένα τα πιστόλια της.
 Το 1825 σκοτώθηκε άδοξα στις Σπέτσες κατά τη διάρκεια μιας ενδοοικογενειακής διαφοράς μεταξύ του γιου της Γεωργίου Γιαννούζα και του ετεροθαλούς αδελφού της  Λαζάρ Ορλόφ. Άλλη εκδοχή είναι ότι ο μικρός της γιος ο Γεώργιος Γιαννούζας ερωτεύτηκε μια κοπέλα την Ευγενία Κούτση. Η Ευγενία Κούτση είναι κόρη μιας πολύ πλούσιας οικογένειας και ήταν λογοδοσμένη με κάποιον άλλο πλουσιότερο Σπετσιώτη. Οι δυο νέοι κλέφτηκαν και πήγαν στο σπίτι του πρώτου άντρα της Μπουμπουλίνας. Το έμαθε αυτό η Μπουμπουλίνα και πήγε να δει τι ακριβώς συμβαίνει αλλά λίγο αργότερα έφθασαν και οι Κουτσαίοι  πολύ αγριεμένοι με την απαγωγή της κοπέλας που την θεώρησαν προσβολή και ήταν ενάντια στα έθιμα της εποχής. Αυτοί δεν ήθελαν το γάμο αυτό γιατί η Μπουμπουλίνα δεν είχε πια όλη της την περιουσία επειδή, την είχε διαθέσει εξολοκλήρου στην Ελληνική Επανάσταση.  Κατά τη διάρκεια της λογομαχίας κάποιος την πυροβόλησε και καθώς ήταν σκοτάδι πέτυχε την Μπουμπουλίνα στο μέτωπο και την άφησε νεκρή. Οι Ρώσοι μετά το θάνατό της, της έδωσαν τον χαρακτηριστικό και σεβάσμιο τίτλο της «ναυάρχου», έναν τίτλο παγκοσμίως δύσκολα κερδισμένος ιδιαίτερα για γυναικεία μορφή.
 Η Καπετάνισσα του Εικοσιένα (1821) που χάρη στο δυναμικό, τολμηρό και ασυμβίβαστο χαρακτήρα της ,τη γενναιότητά της και τη φιλοπατρία της αναδείχθηκε στις μεγαλύτερες μορφές του Αγώνα. Το όνομά της έχει ταυτιστεί στη συνείδηση του λαού με την Ελληνίδα ηρωίδα και για αυτό η ζωή της έχει  εμπνεύσει όχι μόνο τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες αλλά τις συμπατριώτισσες μας σε δύσκολες εθνικές περιόδους όπως: η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση.        
Πηγές:
Εγκυκλοπαίδεια: ΔΟΜΗ και ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ